[English follows]
Νικόλας Λαμπούρης
Red Soil, Upon Which Tender Plants are Grown, 2025
Αρχειακή εκτύπωση σε χαρτί Hahnemühle Fine Art, χρωματισμένο πολυμερές γύψος, ξύλινο βικτωριανό διακοσμητικό στοιχείο (αφρικανικό μαόνι-Khaya)
Considering Mutual Plans, 2025
Ξύλο μαόνι, ορείχαλκος
Proposal (Notice of Devotion): A Forest, 2025
Αρχειακή εκτύπωση σε χαρτί Hahnemühle Fine Art, κεραμικό τερακότα, ξύλο
To Hold Your Breath in a Still Room, 2025
Σίδερο, ορείχαλκος, αποξηραμένο onopordum cyprium, μεταλλική αλυσίδα
Με αφετηρία το πολυεπίπεδο παρελθόν της Κύπρου, ο Λαμπούρης δημιουργεί μια οπτική αφήγηση γύρω από την ανέγερση της πρώτης κατοικίας του Ύπατου Αρμοστή στη Λευκωσία το 1878 και την ανοικοδόμησή της μεταξύ 1932 και 1937, υπό το πρίσμα της βρετανικής αποικιοκρατίας. Στο επίκεντρο αυτού του ιστορικού πλαισίου αναδύεται ένα πρόσωπο εν μέρει πλασματικό: ο Κώστας Χριστοφόρου, ένας λιθοξόος από το Καϊμακλί, τα χέρια του οποίου διαμόρφωσαν τους πορώδεις ασβεστόλιθους της δεύτερης κατοικίας του Κυβερνήτη της Κύπρου. Μέσα από τις μαρτυρίες που διασώθηκαν από τον Charles Santon, ο Χριστοφόρου βγαίνει από τη λήθη—εν μέρει τεχνίτης, εν μέρει ερασιτέχνης βοτανολόγος, αλλά και μάρτυρας μιας γης σε διαρκή μεταμόρφωση. Κατά τη διάρκεια της ημέρας χάρασσε τις περίτεχνες ζωφόρους που του είχαν αναθέσει οι αποικιοκρατικές αρχές, ενώ τις νύχτες ακολουθούσε μια μυστική πρακτική, αποκαλύπτοντας μέσα στους λίθους εγγενείς μορφές φυτών και διαφυλάσσοντας έτσι αθόρυβα την παραδοσιακή χλωρίδα του νησιού.
Ο Λαμπούρης αντλεί από φωτογραφίες, αρχειακά έγγραφα και ιστορικές περιγραφές, ανάμεσά τους και το Cyprus, as I Saw It του Sir Samuel White Baker (1879), όπου ο συγγραφέας περιγράφει το «άγονο» τοπίο του νησιού, κάνοντας σαφή αναφορά στον γυμνό από δέντρα λόφο έξω από τα τείχη της Λευκωσίας—γνωστός στους ντόπιους ως ο «Λόφος των Οχιών»—που επιλέχθηκε από τον πρώτο Ύπατο Αρμοστή, Sir Garnet Wolseley, για να στηθεί εκεί η κατοικία του. Ενώ ο Wolseley φύτευε είδη ξενικής προέλευσης—ευκάλυπτους και χουρμαδιές—επιδιώκοντας να «μεταμορφώσει» και να «βελτιώσει» το τοπίο, οι χαράξεις του Χριστοφόρου προσέφεραν έναν διακριτικό αντίλογο: ένα προσωπικό αρχείο όσων φύτρωναν πάντοτε εκεί, απρόσκλητα αλλά βαθιά ριζωμένα στην καρδιά της γης.
*Ευχαριστίες στον κεραμίστα Χαράλαμπο Αριστοφάνους, Υπηρεσία Κυπριακής Χειροτεχνίας.
Nicolas Lambouris
Red Soil, Upon Which Tender Plants are Grown, 2025
Archival Pigment Print on Hahnemühle Fine Art Paper, Pigmented Polymer Plaster, wooden Victorian finial (African mahogany-Khaya)
Considering Mutual Plans, 2025
Mahogany wood, brass
Proposal (Notice of Devotion): A Forest, 2025
Archival Pigment Print on Hahnemühle Fine Art Paper, terracotta ceramic, wood
To Hold Your Breath in a Still Room, 2025
Ιron, brass, dried onopordum cyprium, metal chain
Drawing upon Cyprus’s layered past, Lambouris constructs a visual narrative around the construction of Nicosia’s first High Commissioner’s House in 1878 and its reconstruction between 1932 and 1937, framed by British colonial rule. At the heart of this history emerges a semi-fictional figure: Costas Christoforou, a stonemason from Kaimakli whose hands shaped the limestone of the second Governor’s House. Through testimonies preserved by Charles Santon, Christoforou steps out of obscurity—part artisan, part amateur botanist, and witness to a transforming land. By day, he carved the ornate friezes commissioned by colonial authorities; by night, he tended a clandestine practice, coaxing native botanical forms from stone, quietly preserving the island’s ancestral flora. Lambouris draws from photographs, archival documents, and historical accounts, including Sir Samuel White Baker’s 1879 Cyprus, as I Saw It. In this account, he speaks of the island’s “barren” landscape, especially referring to the treeless hill just outside the walls of Nicosia—nicknamed “Viper’s Hill”—selected by the first High Commissioner, Sir Garnet Wolseley, as the site for the Governor’s House. While Wolseley planted foreign species such as eucalyptus trees and date palms, aiming to “transform” and “improve” the landscape, Christoforou’s carvings offered a subtle counterpoint—an intimate archive of what had always grown there, uninvited yet deeply rooted.
*Special thanks to ceramist Charalambos Aristofanous, Cyprus Handicraft Service.