[English follows]

Παύλος Ιωαννίδης

Καμμόκαστρα, 2025
Εγκατάσταση
Βαμβακερός καμβάς, κάρβουνο, ατσάλινες σωλήνες, συνδέσμοι σωλήνων, καθρέφτης από
ανοξείδωτο ατσάλι, αλυσίδα, άμμος, φωτογραφία (τραβηγμένη από τη μητέρα του καλλιτέχνη)
Περ. 320 x 330 x 340 εκ.

Αν ανοίγαμε τους ανθρώπους, θα βρίσκαμε τοπία. Αν ανοίγαμε εμένα, θα βρίσκαμε παραλίες… Η μνήμη είναι σαν άμμος στο χέρι μου… – Agnés Varda

Το έργο του Ιωαννίδη διερευνά τη μνήμη ως ένα μεταβαλλόμενο πεδίο: εύθραυστο, ρευστό και αέναα αναδιαμορφούμενο. Στο επίκεντρο του βρίσκεται το τετράγωνο, δανεισμένο από αρχαιολογικές ανασκαφές: μια δομή που επιχειρεί να επιβάλει τάξη, αλλά συνεχώς κλίνει, σπάει και  ανασχηματίζεται. Τα μεταλλικά πλαίσια παραπέμπουν στην κατασκευή και τον περιορισμό και αντηχούν συστήματα πειθαρχίας, ενώ η ανακλαστική επιφάνεια του καθρέφτη διαπερνά τον τρόπο με τον οποίο βλέπουμε το έργο και τους εαυτούς μας μέσα σε αυτό, απωθώντας με αισθησιασμό και ανυπακοή. Τα αποτυπώματα (frottages) με κάρβουνο από το δάπεδο του πατρικού σπιτιού του καλλιτέχνη φέρουν τα οικεία ίχνη της καθημερινότητας. Το νερό που φαίνεται να ρέει πάνω από αυτές τις δομές, αρνείται τον περιορισμό και ταυτόχρονα εμπνέει εμπιστοσύνη και οικειότητα σχεδόν σαν αυτή της μήτρας. Τα πουλιά, ελαφριά και απρόβλεπτα, εισάγουν μια λεπτή, αλλά άγρια αντίρροπη τάση. Ταυτόχρονα, η χρήση κάρβουνου που συλλέχθηκε από τα καμένα χωριά της Κύπρου στη μεγάλη πυρκαγιά του καλοκαιριού του 2025, γίνεται τόσο μέσο όσο και ανάμνηση, γεμίζοντας αυτό το Καμμόκαστρο με θραύσματα που μας καλούν να παρασυρθούμε, να φανταστούμε και να ξανα-ανακαλύψουμε τη θλίψη και την ανανέωση.


Pavlos Ioannides

Kammokastra, 2025
Installation
Cotton canvas, charcoal, steel tubes, tube connectors, stainless steel mirror, chain, sand, printed photograph (taken by the artists’ mother)
Approx. 320 x 330 x 340 cm

If we opened people up, we’d find landscapes. If we opened me up, we’d find beaches… Memory is like sand in my hand… – Agnés Varda

Ioannides’s work explores memory as a shifting terrain: fragile, fluid, and endlessly reshaped. At its centre is the square, borrowed from archaeological excavation: a structure that attempts to impose order yet continually tilts, breaks, and reforms. Metal frameworks evoke construction and containment and echo systems of discipline, while the reflective surface of the mirror traverses our ways of seeing the work and ourselves within it, pushing back with sensuality and defiance. Charcoal frottages taken from the tiled floor of the artist’s childhood home carry intimate traces of domestic life. Water flows across these structures, refuses containment and evokes a womb-like sense of suspension and trust. Birds, light and unpredictable, introduce a subtle, yet wild counter current. At the same time, the use of charcoal gathered from Cyprus’s burned villages in the big fire of the summer of 2025, becomes both medium and memory, filling this “castle of sand” with fragments that invite us to drift, imagine, and rediscover grief and renewal.